Τ’αρχοντόσπιτο που νοικιάζαμε και μας σημάδεψε για τα καλά, τους χειμερινούς μήνες έπαιρνε διαφορετική μορφή απ’αυτή που
το γνωρίσαμε.
Καθώς ήταν ψηλό πάνω στη θάλασσα. Όταν φυσούσε ο βοριάς με μεγάλη ένταση «σφύριζε»τα κουφώματα παλιά όπως ήταν κτυπούσαν πέρα –δώθε και απ’ τα τζαμιλίκια που δεν είχαν μόνωση ούτε καν στεγάνωση έμπαινε ο αέρας ζωντανός μέσα ώστε να κουνάει τις κουρτίνες.
Ήταν όλος διόλου ευάερο που έλεγε και η μητέρα! καθώς έμπαινε ο βοριάς ανενόχλητος μέσα!!
Και στις βροχές το σπαθωτό δωμάτιο με τα κεραμίδια έσταζε. Δύο -τρία πιθάρια μόνιμα μάζευαν το βρόχινο νερό για πότισμα. Γιαυτό και η χρήση του ήταν μόνο για αποθήκη.
Κάτω στο διάδρομο ακριβώς έξω απ’το δωμάτιό μας έσταζε σε δύο -τρία σημεία.
Ο ήχος
τικ-τακ-τοκ ήταν γνώριμος για μας, όπως των ρολογιών. Τις βροχερές νύχτες του Χειμώνα μας νανούριζε. Μάλιστα ήταν τόσο γνώριμος που τον ξεχωρίζαμε!!
τικ=
σταγόνα πάνω στα πλακάκια,τακ =
σταγόνα σε μεταλλικό άδειο δοχείοτοκ=
σταγόνα σε δοχείο με νερό.
Φροντίζαμε αυτό το τικ να γίνεται πάντα τοκ. Όσο δυνάμωνε η βροχή με γρηγορότερο ρυθμό τακ-τοκ-τακ-τοκ-τακ.
Και το κρύο ήταν ανυπόφορο,καθώς ήταν τεράστια τα δωμάτια, με πανύψηλα ταβάνια και διαμπερές απ’τον αέρα ήταν αδύνατο να ζεσταθεί. Μία κουκουνάρα που διαθέταμε σε κάθε δωμάτιο δεν έφτανε παρά για ένα άτομο απόσταση μισό μέτρου.
Μια φθινοπωρινή μέρα του ’76 έχει χαραχτεί για τα καλά στη μνήμη μου.
Οι γονείς εκείνη τη χρονιά είχαν πάει σ’ένα χωριό κοντά στην Κύμη να μαζέψουν τις ελιές απ’το προικιό της μάνας.
Μείναμε στο σπίτι εγώ και η μεγάλη κατά τέσσερα χρόνια αδελφή μου γιατί πηγαίναμε γυμνάσιο. Το σχολείο απείχε ούτε 1χλμ απ΄το σπίτι μας, παίρναμε ένα κατηφορικό δρόμο και σε πέντε λεπτά ήμασταν εκεί.
Εκείνη την μέρα σηκωθήκαμε και η βροχή είχε αρχίσει, Τακτοποιήσαμε τα τσέρστελα (κουβάδες,λεκάνες) να μη στάζει το νερό και φύγαμε για το σχολείο.
Η βροχή όμως δυνάμωνε με μεγαλύτερη ένταση όλη την ώρα που ήμασταν σχολείο. Η αδελφή μου άρχισε ν'ανησυχεί για το σπίτι, Ζήτησε άδεια απ’τον Γυμνασιάρχη να φύγει «γιατί το σπίτι μας στάζει» εκείνος δεν την πίστεψε καθώς ήταν και αρκετά ζωηρή και την απείλησε με αποβολή αν έφευγε.
Η βροχή όλο και δυνάμωνε και μετά τις δώδεκα έφυγε απ’το σχολείο. Εγώ έμεινα όλο το 8ώρο, Όταν έφυγα ο δρόμος που θ’ανηφόριζα είχε μετατραπεί σε ποτάμι. Τα παπούτσια μου βουτούσαν κανονικά μέσα στο νερό ως τον αστράγαλο, έφτασα σπίτι μούσκεμα απ’την ποδιά ως το βρακί.
Το σπίτι δεν έσταζε «έτρεχε» για τα καλά το τακ-τοκ είχε μετατραπεί σε συνεχιζόμενο τρρρρρ σαν βρύσες με μικρή ροή.
Ανοίξαμε την πόρτα το νερό του δρόμου είχε καλύψει τα δύο απ'τα τέσσερα σκαλοπάτια απ’το δρόμο.

Οι κουβάδες και οι λεκάνες γέμιζαν γρήγορα και εμείς τους αδειάζαμε στο δρόμο. Η πόρτα έμεινε ανοικτή για ν’αδειάζουμε και γελούσαμε με τα χάλια μας! Ολοι κλείνονταν στο σπίτι τους μ’αυτό τον καιρό και’μεις το’χαμε τέντα ν’απαλαγούμε απ΄τα νερά που μαζεύαμε μέσα σ’αυτό.

-->
(Δεν είχε και αυτό το χάλι φανταστείτε τη 30χρόνια νεότερη)
Τ’αστροπελέκια έπεφταν αδιάκοπα και το σπίτι φωτίζονταν όλο απ’τις αστραπές τα τζάμια έτριζαν στις βροντές και μεις κάθε φορά σταυροκοπιόμασταν Ο ουρανός σχιζόταν στα δύο και το νερό έπεφτε με το «τουλούμι»!
Δεν προλαβαίναμε ν’αδειάζουμε τους κουβάδες και σκεφτήκαμε να δούμε την ταράτσα γιατί μαζεύαμε τόσο νερό?
Ανεβήκαμε επάνω και όταν ανοίξαμε την πόρτα μείναμε με το στόμα ανοιχτό!
Το νερό είχε φτάσει πάνω από ένα μέτρο μια μεγάλη πισίνα είχε σχηματιστεί πάνω στην ταράτσα. Είχε φράξει το σιφόνι και είχε μαζευτεί όλο το νερό γιαυτό έτρεχε από κάτω αδιάκοπα.
Αμέσως έβαλε μαγιώ η αδελφή μου πήρε μια σκούπα και στην κυριολεξία έκανε βουτιά να ξεφράξει το σιφώνι. Το νερό ακουγόταν να πέφτει στην στέρνα με ορμή. Κάτω η συνεχιζόμενη ροή είχε σταματήσει για λίγο.
Δεν προλάβαμε να πάρουμε μια ανάσα και ξαφνικά η κουζίνα είχε πλημμυρίσει.!!
Το νερό είχε φτάσει τους 20πόντους απ’τις πλάκες!
Αρχίσαμε να μαζεύουμε με μπολ, κανάτες και ν’αδειάζουμε πάλι στο δρόμο.
Οι αστραπές συνεχίζονταν να φωτίζουν τον ουρανό κα οι κεραυνοί να τον ξεσκίζουν. Το σπίτι φωτίζονταν ολόκληρο και φάνταζε αδύναμο μπροστά σ’αυτό το μακελειό που γινόταν.
Η βροχή πιο δυνατή με ορμή πια ακουγόταν να πέφτει!
Χτυπούσε απειλητικά τα παράθυρα τα τζάμια την ταράτσα.
Εμείς αρχίσαμε ν’απογοητευόμαστε μ’αυτήν την κατάσταση, είχαν περάσει ήδη τέσσερις- πέντε ώρες και ήμασταν σε χειρότερη μοίρα.
Ένας φόβος μας κυρίευσε και αρχίσαμε να κλαίμε!
Η επικοινωνία με τους δικούς μας ήταν αδύνατη καθώς στο χωριό που ήταν δεν υπήρχε τηλέφωνο!
Νιώσαμε απροστάτευτες στην ορμή του νερού και το σπίτι είχε τη δική μας ανάγκη και όχι εμείς την προστασία του.
Αγκαλιαστήκαμε πήραμε κουράγιο η μια απ’την άλλη πεισμώσαμε και συνεχίσαμε ν’αδειάζουμε τα νερά της κουζίνας, όπου συνεχώς ανέβλυζαν απ΄τις πλάκες.
Όταν ξαφνικά σκεφτήκαμε να γυρίσουμε το κανάλι έξω η στέρνα είχε κάνει υπερχείλιση και γιαυτό έβγαινε άπ’οπου έβρισκε το νερό.
Σιγά-σιγά κατέβηκε η στάθμη της κουζίνας. Αφού μαζέψαμε και τα τελευταία νερά είχε νυχτώσει για τα καλά και η ένταση της βροχής είχε κόψει λίγο.
Μπορούσαμε πια να ελέγχουμε τους κουβάδες αλλά είχαμε ψοφήσει στην κούραση..
Πήγαμε στο παράθυρο που έβλεπε τη θάλασσα βλέπαμε τους κεραυνούς να πέφτουν στην Τήνο αδιάκοπα να φωτίζουν την νύχτα και οι βροντές να τραντάζουν το σπίτι.
Κοντινές βροντές-μακρινές βροχές είπαμε και χαμογελάσαμε.!
Παίρναμε πόζες για φωτογραφίες στις αστραπές πια!
Κάναμε τον σταυρό μας που πέρασε η καταιγίδα και μπορέσαμε να βγούμε αλώβητες απ’αυτή τη Θεομηνία.
Εκείνο το βράδυ δεν είχαμε κουράγιο ούτε να φάμε πέσαμε ξερές απ’την κούραση.
Κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένες αυτή η εμπειρία μας είχε δέσει περισσότερο.
Και την επόμενη μέρα έβρεχε με μικρή ένταση.
Πήγαμε σχολείο ο δρόμος είχε μεταμορφωθεί από ξύλα πέτρες χώματα και διάφορα αντικείμενα.
Απ’ολο το σχολείο ήμασταν οι μόνες που πήγαμε εφ’οσον μέναμε και πιο κοντά.
Η Σύρα εκείνη την ημέρα μετρούσε τις πληγές της απ’τη Θεομηνία.
Το νερό ορμητικό που κατέβαινε απ΄τα βουνά στο μοναδικό ξεροπόταμο που είχαμε είχε παρασύρει ζώα, αμάξια, βάρκες από δρόμους έσπασε το γεφύρι που συγκρατούσε και μετάτρεψε την πόλη σε πεδίο μάχης.
Μεγάλη καταστροφή!!